Κ. Μητσοτάκης: «Έχουν υπογράψει μέτρα για το 2019, το 2020, το 2021, το 2022…»!

Η εισήγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην συνεδρίαση τομεαρχών της Νέας Δημοκρατίας

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αυτές τις μέρες, βλέπουμε να εκτίθεται, ξανά, μια Κυβέρνηση, που εξελέγη με το ψέμα και προσπαθεί – πάλι με το ψέμα – να κρατηθεί στην εξουσία. Μια Κυβέρνηση που ασκεί την εξουσία με όρους πολιτικού τυχοδιωκτισμού, αλλά και κοινωνικής αναλγησίας. Βλέπουμε έναν πρωθυπουργό, που όταν δεν μπορεί να κρυφτεί άλλο, υποκύπτει στον κ. Καμμένο και στα σκάνδαλά του. Αλλά και στον κ. Κουρουμπλή με την προκλητική ανευθυνότητά του και την εγκληματική ανικανότητά του.

Ξέραμε ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι το κόκκινο και το μαύρο της ελληνικής πολιτικής. Δεν είχαμε φανταστεί, όμως, ότι είχαν αλλάξει χρώματα μεταξύ τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε το μαύρο από την πετρελαιοκηλίδα του Σαρωνικού και οι ΑΝΕΛ το κόκκινο από τη ρουλέτα του καζίνο. Τσίπρας και Καμμένος πάνε σφιχταγκαλιασμένοι στο βυθό της πολιτικής, με μερικά διαλείμματα για συνομιλίες με ισοβίτες εμπόρους ναρκωτικών. Ενώ ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, ο κ. Κουρουμπλής, παραμένει στον αφρό, αλλά παραμένει και στην καρέκλα του. Γιατί άραγε; Είχα την ευκαιρία να θέσω αυτά τα ερωτήματα στη Βουλή, αλλά απάντηση δεν πήρα. Τί είναι αυτό που τον καθιστά τόσο πολύτιμο, τελικά, για την Κυβέρνηση; Κι αφού είναι τόσο ικανός, γιατί δεν έχει πάει μαζί του ο πρωθυπουργός να δει από κοντά τις μαυρισμένες παραλίες της Αττικής; Και γιατί ο πρωθυπουργός δεν έχει προεδρεύσει ούτε σε μια συνεδρίαση ή σύσκεψη συντονισμού; Να κάτσει μαζί με τον κ. Κουρουμπλή στο ίδιο τραπέζι, μαζί με τους άλλους συναρμόδιους Υπουργούς, ως όφειλε να κάνει, για να αντιμετωπίσουν αυτήν την τεράστια οικολογική και περιβαλλοντική καταστροφή; Δύσκολα, δυσάρεστα, ερωτήματα τα οποία έχουν πολύ εύκολες απαντήσεις.

Το έχουμε, ήδη, πει. Το επαναλαμβάνουμε: «Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα». Βέβαια, πρέπει να σας πω ότι η στάση μας στο Κοινοβούλιο, την περασμένη εβδομάδα, είχε ήδη ένα πρώτο απτό αποτέλεσμα. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν αυτό το θέατρο όπου ο ένας υποδυόταν το ρόλο του υπερπατριώτη και άλλος το ρόλο του προοδευτικού, ψηφίζοντας διαφορετικά σε μια σειρά από νομοσχέδια. Από εδώ και στο εξής θα πάνε, όπως είπε και ο κ. Καμμένος, «μαζί μέχρι το τέλος» τους, θα προσέθετα εγώ. Αλλά χωρίς τη δική μας συμπαράσταση.

Κυρίες και κύριοι,

Είχα την ευκαιρία να το πω στη Θεσσαλονίκη. Το επαναλαμβάνω σε κάθε ευκαιρία. Είναι σημαντικό – πιστεύω – να το ενστερνιστούμε όλοι. Για εμάς, η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι ένα εργαλείο για να βελτιώσουμε τη σκληρή καθημερινότητα των πολιτών. Είναι στην καθημερινότητα – ιδίως στην οικονομική καθημερινότητα – που η αποτυχία της Κυβέρνησης είναι πιο εκκωφαντική. Η Κυβέρνηση προσπαθεί αγωνιωδώς να μας πείσει ότι η κατάσταση αλλάζει προς το καλύτερο. Ότι βαδίζουμε προς την έξοδο από τα Μνημόνια. Επ’ αυτού θέλω να κάνω δύο σύντομες παρατηρήσεις:

Πρώτον – και αξίζει να το επαναλαμβάνουμε, πιστεύω, σε κάθε ευκαιρία – αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχαμε βγει, ήδη, από τα Μνημόνια το 2015, όταν ο ευρωπαϊκός ορίζοντας ήταν ευνοϊκός. Σήμερα, το Α.Ε.Π. μας θα ήταν σχεδόν 30 δις υψηλότερο. Και, βέβαια, θα είχαμε αποφύγει τα 15 δις πρόσθετα μέτρα που χρειάστηκε να πάρει η Κυβέρνηση, αυξάνοντας τους φόρους και περικόπτοντας συντάξεις.

Δεύτερον, η λεγόμενη καθαρή έξοδος από το Μνημόνιο, για την οποία πολύς λόγος γίνεται τελευταία, είναι στην ουσία μια οφθαλμαπάτη. Πράγματι, η χώρα μας πρέπει μετά τον Αύγουστο του 2018, να μπορεί να δανείζεται από τις αγορές, χωρίς την ανάγκη μιας προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής. Όμως, αυτό το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να μας πει, όταν μιλάει για καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια, είναι ότι έχει ήδη δεσμεύσει τη χώρα σε πρόσθετα μέτρα μετά το 2018. Αυτό το οποίο αποκαλούμε τέταρτο Μνημόνιο.

Γι’ αυτό και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προσπαθεί να δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα. Έχουν υπογράψει, από τώρα, μέτρα για το 2019, το 2020, το 2021, το 2022. Έχουν συνομολογήσει μειώσεις μισθών, συντάξεων, μείωση αφορολόγητου, αλλά και μια σειρά περικοπών σε κοινωνικά επιδόματα που θα εφαρμοστούν, ήδη, από το 2018. Έχουν δεσμεύσει, ήδη, τη χώρα σε υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το 2060.

Η Κυβέρνηση ξέρει ότι όλα αυτά, τα οποία λέει για καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια, για αποφυγή λήψης πρόσθετων μέτρων, δεν πείθουν, πια, κανέναν. Και αυτό, σε ένα βαθμό εξηγεί και την πολιτική επιθετικότητα και τον αυταρχικό καθεστωτισμό. Εμείς δεν θα την ακολουθήσουμε σε αυτό το παιχνίδι της τεχνητής πόλωσης.

Αυτό εξηγεί, βέβαια, και την αλαζονεία και την σαφή έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με την σκληρή πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι Έλληνες.

Γιατί η πλειοψηφία των πολιτών γνωρίζει ότι θα έρθουν νέα μέτρα. Και ότι αυτά τα νέα μέτρα έχουν την υπογραφή του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ.

Με απλά λόγια, το νέο αφήγημα της Κυβέρνησης κάηκε στα δάση της Αττικής, λερώθηκε στις Σκουριές, βούλιαξε στο Σαρωνικό και παρέμεινε ανεξόφλητο στις εφορίες.

Όλοι οι κρίσιμοι στόχοι πέφτουν έξω. Η ανάπτυξη, δυστυχώς, αποδεικνύεται ασθενική. Η υστέρηση στα φορολογικά έσοδα είναι ανησυχητική. Το έχουμε επισημάνει, εδώ και πολύ καιρό. Και αυτό γιατί πολλοί συμπολίτες μας απλά δεν αντέχουν άλλο. Αντί να προσελκύουμε επενδύσεις, έχουμε εταιρίες, που η μια μετά την άλλη, ανακοινώνουν την αναστολή της δραστηριότητάς τους στην Ελλάδα. Έχουμε μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια, που αποχωρούν από τη χώρα. Και αποχωρούν αγανακτισμένα, εντείνοντας την εικόνα ότι με την σημερινή Κυβέρνηση η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν είναι φιλική στις επενδύσεις. Οι ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Κράτους προς ιδιώτες αυξάνονται μήνα με τον μήνα. Τα μόνα έσοδα, τα οποία πάνε καλά είναι τα έσοδα από κατασχέσεις και από πλειστηριασμούς.

Είναι μια κοινωνική τραγωδία. Είναι, όμως, και μια τραγική ειρωνεία ότι αυτοί οι οποίοι εξελέγησαν με ψεύτικες υποσχέσεις περί σεισάχθειας και διαγραφής χρεών, τώρα έχουν ποντάρει τα πάντα – για να χρησιμοποιήσω τη δική τους ορολογία – σε κατασχέσεις και σε πλειστηριασμούς.

Η οργή των πολιτών είναι απολύτως δικαιολογημένη. Δεν εκφράζεται όπως εκφράζονταν στο παρελθόν. Αλλά, εδώ, θυμήθηκα μια φράση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη: «λησμόνησαν οι άφρονες ότι υπάρχει λαός σε αυτήν τη χώρα;»

Υπάρχουν πάρα πολλοί απλοί Έλληνες πολίτες που δεν είναι διαδηλωτές, δεν τρολάρουν στα social media. Είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους. Είναι μετρημένοι στη ζωή τους. Και αυτοί οι συμπολίτες μας νιώθουν, σήμερα, να συμπιέζονται ολοένα και περισσότερο. Βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται. Τη ζωή τους να γίνεται ασφυκτική. Και ακόμα χειρότερα την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να πανηγυρίζει με μια εξοργιστική θρασύτητα. Εμείς αυτούς τους πολίτες εκφράζουμε. Σε αυτούς θέλουμε θα δώσουμε προοπτική.

Η συγκυρία για τη χώρα μας είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη.

Ακούω πολλούς να ερμηνεύουν τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών – πριν από τρεις μέρες – ως μια δυσάρεστη, ενδεχομένως, εξέλιξη για την Ελλάδα. Θα πω το εξής μόνο:

Οφείλουμε να κάνουμε τα πάντα εμείς οι ίδιοι για να βάλουμε σε τάξη την πατρίδα μας, ασχέτως των εξελίξεων στο εξωτερικό. Γιατί πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, τελικά, ότι η έξοδος από την κρίση είναι στα δικά μας χέρια. Το να ανακτήσουμε πλήρως την εθνική μας κυριαρχία, είναι μόνο δική μας υπόθεση.

Τί χρειάζεται η Ελλάδα; Χρειάζεται σχέδιο για την επόμενη μέρα. Χρειάζεται μεταρρυθμίσεις ουσίας με κοινωνικό πρόσημο. Χρειάζεται μια ομάδα αποφασισμένη και αποτελεσματική να προχωρήσει μπροστά. Μόνο έτσι θα ανακτήσει την χαμένη αξιοπιστία της. Μόνο έτσι θα ξανακαθίσει στο ευρωπαϊκό τραπέζι ως ισότιμος εταίρος, σε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, η οποία ανοίγει για την Ευρώπη.

Με πολύ ενδιαφέρον παρακολούθησα, χθες, μια οραματική ομιλία του Γάλλου Προέδρου του κ. Μακρόν, ο οποίος έθεσε μια σειρά από σημαντικές προτεραιότητες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλές από τις οποίες αφορούν και την ίδια την Ελλάδα. Και η Ελλάδα πρέπει να είναι ενεργός συμμέτοχος σε αυτή τη συζήτηση. Όχι απλά ένας ουραγός παραπονούμενος, ο οποίος ασχολείται μόνο με τα δικά της θέματα. Αλλά θα γίνουμε ξανά πραγματικά ανεξάρτητοι, αν εμείς βάλουμε σε τάξη τα του οίκου μας.

Πιστεύω σε αυτή τη διαδρομή. Η συνολική μας παρουσία στη Δ.Ε.Θ. ήταν ένας σημαντικός σταθμός. Παρουσιάσαμε ένα όραμα για την Ελλάδα του αύριο. Αλλά, παρουσιάσαμε και ένα ρεαλιστικό σχέδιο για την οριστική έξοδο από την κρίση. Μιλήσαμε για όσα συναντώ – για όσα συναντούμε όλοι μας – στις περιοδείες μας. Για το τι μας λένε οι πολίτες στις επαφές που έχουμε μαζί τους. Γι’ αυτό και στην ομιλία μου, προσπάθησα – και πιστεύω ότι σε ένα μεγάλο βαθμό το κατάφερα – όσο γίνεται περισσότεροι Έλληνες να ανακαλύψουν τον εαυτό τους στα λόγια μας. Μιλήσαμε για νέες και καλύτερες δουλειές. Για τη σημασία που έχει μια πραγματική έκρηξη ιδιωτικών επενδύσεων. Εξηγήσαμε πώς θα μειωθούν τα φορολογικά βάρη. Αλλά και πως – ταυτόχρονα – θα αξιολογήσουμε τη λειτουργία του Κράτους.

Αναλάβαμε μια σειρά από συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Δεν θα τις επαναλάβω. Αναφέρω ενδεικτικά για την ρευστότητα της οικονομίας, για το πως η φορολογία μπορεί να έχει αναπτυξιακό πρόσημο και να διευκολύνει στην προσελκύσει επενδύσεων. Μιλήσαμε για ένα λιτό, αποτελεσματικό, ευέλικτο Κράτος. Χωρίς απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αλλά με αξιολόγηση παντού, για τα πρόσωπα, για τα στελέχη, για τις υπηρεσίες, για τις δομές. Μιλήσαμε για το πως θα ενισχύσουμε την αγορά ακινήτων. Για το πως θα στηρίξουμε τον πρωτογενή τομέα. Μιλήσαμε – και το θεωρώ πολύ σημαντικό και πρέπει να το επαναλαμβάνουμε – για την επιβράβευση της συνέπειας για εκείνους τους επιχειρηματίες, για εκείνες τις επιχειρήσεις, που σέβονται τους εργαζόμενους. Και βέβαια μιλήσαμε πολύ για την Παιδεία. Δεσμευτήκαμε για καλύτερα δημόσια σχολεία, καλύτερα Πανεπιστήμια, με περισσότερη αυτονομία, περισσότερη ελευθερία και εμπιστοσύνη στις μεγάλες δυνατότητες του εκπαιδευτικού μας προσωπικού. Μακριά από φαινόμενα βίας. Μακριά από οργανωμένες μειοψηφίες, όπως αυτές που, δυστυχώς, είδαμε πάλι, πριν από δύο μέρες, να διακόπτουν μια εκδήλωση του καθηγητή Συρίγου στα Γιάννενα. Φαινόμενα, τα οποία είναι απολύτως καταδικαστέα και τα οποία εμείς δεν πρόκειται να τα ανεχτούμε.

Παρουσιάσαμε ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το πως θα δώσουμε πραγματική στήριξη στους νέους και στους πιο αδύναμους συμπολίτες μας. Και, εδώ, θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει ένα μεγάλο αγώνα να παριστάνει τον εαυτό του ως τον δήθεν προστάτη των αδυνάμων. Και, βέβαια, επιχειρεί διαρκώς να διαιρέσει την κοινωνία. Να προσδώσει ταξικά πρόσημα σε πολιτικές. Αλλά, είναι σαφές ότι υποκρίνεται. Και είναι, επίσης, ξεκάθαρο ότι κοροϊδεύει.

Τι ξέρουμε; Οι πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ πολλαπλασιάζουν τη φτώχεια. Και οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι με λίγα επιδόματα και λίγες οραματικές – ενδεχομένως – διακηρύξεις μπορούν να μασκαρέψουν την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες. Αλλά, η πραγματικότητα δείχνει άλλα πράγματα. Οι κοινωνικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί επί ΣΥΡΙΖΑ. Η υπερφορολόγηση – όπως έδειξε και πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ – και κυρίως η έμφαση στους έμμεσους φόρους, πλήττει τους πιο αδύναμους. Και, άρα, η γενιά των 360 ευρώ είναι το δημιούργημα του κ. Τσίπρα.

Τα εργασιακά δικαιώματα για τα οποία εμείς πρέπει να δώσουμε έναν αγώνα να κατοχυρώνονται στην πράξη, παραβιάζονται με μεγαλύτερη συχνότητα επί ΣΥΡΙΖΑ. Και, βέβαια, με υπογραφή του κ. Τσίπρα, για πρώτη φορά το 2020, οι εργαζόμενοι των 500 ευρώ θα πληρώσουν φόρο εισοδήματος. Άρα, το να μιλάει ο ΣΥΡΙΖΑ για προστασία των αδυνάμων είναι ύβρις. Είναι ντροπή. Η πραγματικότητα δεν τρολάρεται. Και είναι τελικά ο απόλυτος κριτής.

Για τη Νέα Δημοκρατία – παρά την προσπάθεια που έκαναν κάποιοι να διαστρεβλώσουν, αυτά τα οποία είπα – η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Και το μέρισμα της ανάπτυξης, πρέπει να μοιράζεται με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο. Τις ανισότητες δεν τις πολεμάς στα λόγια. Τις πολεμάς με συγκεκριμένο πρόγραμμα. Κυρίως με το να δημιουργείς δουλειές, να προσελκύσεις επενδύσεις, να μειώσεις τους φόρους, να φτιάξεις καλύτερα σχολεία. Φτιάχνοντας ένα δημόσιο τομέα που θα παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες, κυρίως για τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας. Εξασφαλίζοντας ασφαλείς γειτονιές, ειδικά στις λιγότερο προνομιούχες περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Εμείς αυτά θέλουμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τα ακριβώς αντίθετα.

Εμείς έχουμε απαντήσεις. Έχουμε μια πρόταση, η οποία απευθύνεται στους ανέργους, στους νέους, στους εργαζόμενους του ιδιωτικού, του δημόσιου τομέα, στους ελεύθερους επαγγελματίες. Πιστεύω – και θα συμφωνήσετε μαζί μου – ότι είναι η μοναδική, συγκεκριμένη, ρεαλιστική θετική πρόταση που έχει κατατεθεί, σήμερα, στο δημόσιο διάλογο για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Εμείς εμπιστευόμαστε τις δυνάμεις αυτής της χώρας. Δυνάμεις που αντιμάχονται τις πιο δύσκολες συνθήκες. Εμείς θα τις στηρίξουμε. Θα στηρίξουμε την υγιή επιχειρηματικότητα. Επαναλαμβάνω την υγιή επιχειρηματικότητα. Όχι τα λαμόγια επιχειρηματίες που αφήνουν τις επιχειρήσεις τους να χρεοκοπούν και βγάζουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό.

Θα στηρίξουμε και το τραπεζικό σύστημα, το οποίο δέχεται σήμερα κερδοσκοπικές επιθέσεις, ενώ έχει δείξει μια ανθεκτικότητα στις πιο αντίξοες στιγμές της τελευταίας δεκαετίας. Οι τράπεζες είναι πλήρως κεφαλαιοποιημένες. Βρίσκονται σε καλό δρόμο. Θα στηρίζουμε τις τράπεζες, αλλά, ταυτόχρονα, θα ζητήσουμε από τις διοικήσεις των τραπεζών ταχεία εκκαθάριση των αμαρτωλών επιχειρηματικών δανείων. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να επιστρέψει ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η Ελλάδα – δεν πρέπει να κουραστούμε να το λέμε – έχει προοπτική. Το θολό παρόν δεν πρέπει να μας εμποδίζει να δούμε καθαρά το μέλλον. Τους επόμενους μήνες, έχουμε ένα πολύ πυκνό πρόγραμμα. Θα παρουσιάσουμε και θα εξειδικεύσουμε εκτενέστερα τις θέσεις μας. Το σχέδιό μας θα πρέπει να φτάσει σε κάθε πολίτη.

Οι προσυνεδριακές διαδικασίες θα ξεκινήσουν σε δέκα μέρες από τώρα, από τη Νίκαια. Θα καταθέσουμε στο πλαίσιο επτά προσυνεδριακών ενοτήτων τις προτάσεις μας για τους εργαζόμενους και τους ανέργους. Για τους νέους. Για την κοινωνική αλληλεγγύη και τη συνοχή. Για την επιχειρηματικότητα, την επανεκκίνηση της οικονομίας. Για τους αγρότες και την περιφερειακή ανάπτυξη. Για καλύτερες υπηρεσίες, αλλά και για θέματα ποιότητας ζωής για όλους τους Έλληνες πολίτες. Και για ένα νέο πατριωτισμό, που θα δυναμώνει το ρόλο και τη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Αυτές είναι οι εφτά θεματικές που έχουμε επιλέξει για τις προσυνεδριακές μας διαδικασίες. Αυτά τα προσυνέδρια θα είναι διαφορετικά από αυτά τα οποία έχουμε συνηθίσει. Θα είναι προσυνέδρια ανοιχτά στην κοινωνία. Θα γίνουν με τη συμμετοχή πολιτών, αλλά και ειδικών έξω από τα στενά κομματικά τείχη. Θα είναι συνέδρια διαλόγου και συζήτησης.

Στις 16 και 17 Δεκεμβρίου, μέσα από μια ανοιχτή διαδικασία, με διευρυμένη συμμετοχή πολιτών, με χρήση τεχνολογικών καινοτομιών, θα συνδιαμορφώσουμε και θα επικυρώσουμε τους άξονες των προγραμματικών μας θέσεων, στο ετήσιο συνέδριο, το οποίο κάνουμε. Και το οποίο, σας θυμίζω, ήταν μια καινοτομία καταστατική, την οποία εισαγάγαμε στην τροποποίηση του Καταστατικού μας στο 10ο Συνέδριο.

Αλλά, το Συνέδριο δεν το κάνουμε επειδή είναι απλά μια καταστατική μας υποχρέωση. Το κάνουμε για να αποδείξουμε ότι ανοίγουμε – για άλλη μια φορά – τις πόρτες του Κόμματος σε νέους ανθρώπους και σε νέες ιδέες. Το κάνουμε για να δείξουμε ότι έχουμε και σχέδιο και το ανθρώπινο δυναμικό για να υλοποιήσουμε το πρόγραμμά μας.

Πιστεύω ότι όλοι συνειδητοποιούν ότι είμαστε, πια, στο κέντρο του πολιτικού συστήματος, η μόνη, σίγουρη, αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση απέναντι στην πιο ανίκανη, απέναντι στην πιο επικίνδυνη Κυβέρνηση που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Και γι’ αυτό απευθύνουμε – και θα εξακολουθούμε να απευθύνουμε – μια σταθερή πρόσκληση συνεργασίας και κοινής δράσης σε όλες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, που θέλουν να συμβάλλουν ώστε η Ελλάδα οριστικά να βγει από την κρίση. Και θα τους ζητήσουμε και τη συμμετοχή τους και στο Συνέδριο, αλλά και στις προσυνεδριακές διαδικασίες.

Δεν ζητάμε την ψήφο των πολιτών για να φύγει απλά μια κακή, μια ηθικά απαξιωμένη Κυβέρνηση. Δεν είναι το ζήτημα να πετύχουμε απλά μια πολιτική δικαίωση. Αυτοί που καταρρέουν σήμερα μέσα στα ψέματα, τα οποία είπαν για να ανέβουν πολιτικά, έχουν ήδη απαξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών. Η θετική στήριξη είναι το ζητούμενο για την επόμενη μέρα. Και ζητάμε την εμπιστοσύνη των πολιτών. Να μας δώσουν τη δύναμη να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο που θα κάνει καλύτερη την πατρίδα μας και καλύτερη τη ζωή κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα.

Έχουμε διδαχθεί από το παρελθόν μας. Έχουμε μάθει και από τα δικά μας λάθη και από τα λάθη των άλλων. Δεν ερχόμαστε για να κάνουμε τα ίδια, αλλά για να κάνουμε τα πράγματα πολύ καλύτερα. Κάθε κίνηση και κάθε δράση μας πρέπει να υποστηρίζει αυτή την κεντρική λογική. Και πρέπει να είμαστε όλοι προσηλωμένοι σε αυτή την κατεύθυνση. Να προβάλλετε τις θέσεις μας. Το κεντρικό μήνυμα της Δ.Ε.Θ. και όπως αυτό θα εξειδικεύεται από τις προσυνεδριακές μας διαδικασίες. Και, βέβαια – δεν θα κουραστώ να το λέω – η κριτική μας πρέπει να συνοδεύεται από προτάσεις.

Η Κυβέρνηση θα αισθάνεται κάθε μέρα την πίεσή μας. Αλλά, ταυτόχρονα, οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ότι μπορούν να ελπίζουν σε εμάς. Και να θυμόμαστε πάντα ότι προτεραιότητά μας είναι τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι ελπίδες, τα συμφέροντα, τελικά, των πολλών. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι πάμε καλά. Αλλά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μπορούμε να πάμε και πολύ καλύτερα. Άρα, ας δώσουμε όλοι τον καλύτερό μας εαυτό για να φτάσουμε στον κοινό μας στόχο μια ώρα αρχύτερα.