Αλλοτινοί καιροί

Γράφει ο Σπύρος Καβακόπουλος

Καλοκαίρι 1962 – δωδεκάχρονος. Τα παιδιά φτιάχναν καρότσια σαν της φωτογραφίας (λίγο μικρότερα) και στις λαϊκές μετέφεραν τα πράγματα μ’ ένα δίφραγκο. Τα γνωστά μεταλλικά καροτσάκια ακόμη δεν υπήρχαν.

Τεχνογνωσία υπήρχε από τα πατίνια και τους προσκόπους. Όμως είχα μόνο μία ρόδα. Σπάω το κεφάλι μου και φτιάχνω καρότσι με μία μπροστά, σαν της οικοδομής. Τα παιδιά εντυπωσιάζονται και βλέπουν ότι στο χωμάτινο δρόμο (τότε έτσι ήταν όλοι), λειτουργεί καλύτερα από τα δικά τους. Πέσαν πάνω μου να τους δείξω. Αλλά που εγώ. Όμως τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Με τη μια ρόδα μοιράζεσαι το βάρος, ενώ με τις δύο, απλά το σπρώχνεις. Μετά δυο τρεις λαϊκές και αφού μου βγήκε η ψυχή στο κουβάλημα, εγκατέλειψα χωρίς να πω το μεγάλο μου μυστικό.

Υπόψη, από τις οικοδομές παίρναμε βράδυ τα ξύλα και την ημέρα τις πρόκες, που αφού τις ισιώναμε επαναχρησιμοποιούσαμε. Και ακόμη, οι γονείς δεν είχαν γίνει νεόπλουτοι και προβληματικοί.

Ίσως να ‘μουνα η τελευταία γενιά παιδιών στην Αθήνα, που επί πληρωμή κουβαλούσε πράγματα στις λαϊκές. Στην επαρχία τα πράγματα ήσαν πολύ πιο δύσκολα, τα καλοκαίρια τα περισσότερα συνομήλικα ξαδέρφια μου, είχαν μπει κανονικά στο χώρο της δουλειάς και παιχνίδια μαζί της δεν χωρούσαν.

Θυμάμαι όλοι το βρίσκαν φυσιολογικό, κανείς ως βαριά παιδική εργασία. Εμείς τα παιδιά το είχαμε για να βγάλουμε κάνα φράγκο και να παίζουμε με την καλοκαιρινή μας βαρεμάρα. Αλλοτινοί καιροί, που το παιχνίδι ήταν ανάγκη, δημιουργία, φαντασία και χρήμα καμιά φορά.